Parallel Voices

 

Parallel Voices

 

Ela Polkowska

Κωστής Αργυριάδης

Αρέτα Περιστέρη

Svetlin Yosifov

Νίκος Πρίπορας

Simone Jimena Rudolphi

Πηνελόπη Θωμαΐδη

Gian Marco Sanna

Βασίλης Νεμπεγλεριώτης


 

Ela Polkowska, “Splinter”

 

Το “Splinter” είναι μια ιστορία ανθρώπων που μένουν σε συνεχή ακαταστασία και αφορά το αίσθημα της ανησυχίας που προκαλούν οι ζωές τους.

Για έναν χρόνο, ο φωτογράφος συνήθιζε να επισκέπτεται μια οικογένεια σε ένα σπίτι το οποίο θα έπρεπε είχε καταρρεύσει πολύ καιρό πριν. Κι όμως, οι κάτοικοί του αρνήθηκαν να δεχτούν ότι μόνο η τάξη είναι αποδεκτή στον κόσμο του σήμερα. Δημιούργησαν γύρω τους, έναν κόσμο που μοιάζει με αποθήκη – έναν χώρο γεμάτο με πράγματα, είτε χρήσιμα είτε όχι. Κάθε φορά που ο φωτογράφος πήγαινε εκεί, τα πράγματα θα είχαν αλλάξει θέσεις, διαφορετικοί άνθρωποι θα επισκέπτονταν το σπίτι, τόσο που μερικές φορές ήταν δύσκολο να αναγνωρίσεις με σιγουριά ποιος είναι μέλος της οικογένειας και ποιος είναι ξένος. Έμοιαζε ότι η συνεχής αλλαγή έδινε νόημα σε αυτήν την πραγματικότητα.

Την ίδια στιγμή, ο φωτογράφος είχε το αίσθημα ότι κάτι πάει λάθος, ότι αυτή η αταξία θα έπρεπε να έχει τελειώσει με μια καταστροφή. Και, κάπως, αυτό συνέβη – το αυτοκίνητο που ανήκε στην οικογένεια τράκαρε, δύο κατοικίδια πέθαναν, και η γυναίκα άφησε τον άνδρα και το σπίτι. Τώρα ζουν χώρια, όμως με την ίδια διαρκή κίνηση και αταξία.


 

Svetlin Yosifov, “Mursi People”

 

Το “Mursi People” είναι μια σειρά φωτογραφιών που τραβήχτηκαν κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του καλλιτέχνη στην Αιθιοπία και αποτελούν μέρος του λευκώματος «Ethiopian tribes expedition 2018».

Η αφρικανική φυλή του πληθυσμού Mursi ζει απομονωμένη στην κοιλάδα Omo, στην ανατολική Αιθιοπία, κοντά στα σύνορα με το Σουδάν. Αποτελεί από τις πιο συναρπαστικές φυλές της Αφρικής με την ζωή τους να είναι ένας συνδυασμός βίαιης πραγματικότητας και εκπληκτικής ομορφιάς. Αυτό το οποίο υπήρξε πραγματικά ελκυστικό, για τον φωτογράφο, ήταν να αιχμαλωτίσει και να αναδημιουργήσει την περίπλοκη φύση τους και τον τρόπο ζωής τους. Το γεγονός ότι υπέφεραν από υπερβολική ξηρασία τα τελευταία χρόνια, έκανε τη ζωή τους σκληρή και μερικές φορές επικίνδυνη, χωρίς όμως να αλλοιώσει τις παραδόσεις τους. Το να ζεις ανάμεσά τους, σου δίνει την αίσθηση ακραίας αυθεντικότητας, καθώς την ίδια στιγμή μοιάζει με ψευδαίσθηση. Τα πρόσωπά τους, κατέκλυσαν το ασταμάτητο πάθος του φωτογράφου, να συλλάβει τις αγνές, άθικτες ψυχές μιας κουλτούρας στα πρόθυρα της εξαφάνισης.


 

Simone Jimena Rudolphi, “The  DisUnited Queendom – “We Won! : We Are Right!”

 

Σε αυτή τη φωτογραφική σειρά απεικονίζεται η κατάσταση συνείδησης ενός έθνους. Παρουσιάζοντας τον πολύχρωμο πίνακα των αγωνιστών από όλες τις γωνιές της κοινωνίας και υπό το πρίσμα του ασπρόμαυρου, προσφέρεται ένα μήνυμα ενοποίησης των κοινών χαρακτηριστικών. Ο θεατής ενθαρύνεται να παρατηρήσει και να αναγνώσει τις λεπτομέρειες των εικόνων ώστε να ανακαλύψει τις παράλληλες προοπτικές που αγωνίζονται για επιβεβαίωση και αναγνώριση σε μια όλο και αυξανόμενα διαιρεμένη χώρα.

Μερικά κείμενα στις λεζάντες μαρτυρούν ουσιώδη στοιχεία, όμως επίσης αποκρύπτουν τις δυσκολίες όταν τα κοινά σημεία του να ζεις μαζί έχουν διαφορετκές σημασίες  για διαφορετικούς ανθρώπους.

Ενώ η κάθε εικόνα μπορεί να σταθεί μόνη της, προτείνεται η θέασή τους ανά ζεύγη.


 

Gian Marco Sanna, “Agarthi”

 

Καθώς περπατάει κανείς στις ακτές της λίμνης Bolsena παρατηρεί την ξεχωριστή και ιδιαίτερη ατμόσφαιρά της. Το νερό, με τους πολλούς ήχους και χρώματα, όλα τους συμβάλουν σημαντικά στον φυσικό κύκλο της λίμνης, της πανίδας και της χλωρίδας της. Η λίμνη, ένα συναρπαστικό και μυστηριώδες μέρος, πάνω από την οποία αιωρούνται πολλοί μύθοι και θρύλοι.

Υπάρχουν πολλές ιστορίες  για ανθρώπους που χάθηκαν, αφού την επισκέφτηκαν, και δεν βρέθηκαν ποτέ. Η πιο πρόσφατη ήταν το 2007, όταν ένας άνδρας μαζί με τα παιδιά του εξαφανίστηκαν ξαφνικά και δεν βρέθηκαν ποτέ. Οι ευρέως διαδεδομένες πεποιθήσεις μας μεταφέρουν στον θρύλο «The Gate of Agarthi», ένα μυθικό μέρος που βρίσκεται στο νησί Bisentina, ένα από τα δύο νησιά της λίμνης. Πιστεύεται ότι η Bisentina αποτελεί το σημείο επικοινωνίας μεταξύ του «terra firma» και του μυθικού παλαλληλισμού – του θρυλικού εσωτερικού –  υπόγειου βασιλείου του Agarthi – όπως αυτό περιγράφεται στο έργο του συγγραφέα Willis George Emerson (1856 – 1918).

Η ιδέα του Emerson συνδέθηκε με τη θεωρία του “Terra Cava” (Κοίλη Γη), ένα πολύ γνωστό θέμα στο πεδίο του εσωτερισμού και της λογοτεχνίας, όπως εξηγείται από τον Dante Alighieri, ο οποίος  ήταν από τους λίγους που κατέβηκαν, με σκοπό να εξερευνήσει το υπόγειο βασίλειο και να λάβει την ενέργειά του, ονόμαζόμενη ως VRYL.

Ο Gian Marco Sanna εργάστηκε πάνω στο μυστήριο της λίμνης Bolsena και των θρύλων της, ερευνώντας μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Το έργο βασίζεται στην περιοχή της Etruria που θα μπορούσε να είναι ένα σημείο διέλευσης, η «Πόρτα του περάσματος», ανάμεσα σε κάτι αόριστο και μυστηριώδες. Οι Etruscans θεωρούσαν το νησί Bisentina (που βρίσκεται στο κέντρο της λίμνης) την πνευματική καρδιά όλου του έθνους Etruscan, που διαφυλάττει τα μυστικά τους.


 

Αρέτα Περιστέρη, “Bad Girls”

 

Μεταμόρφωση, «μεταμορφόω» , «μεταβάλλω την μορφή τινός», παθητική “πάσχω αλλοίωσίν ή αλλαγή της μορφής μου”.

Στις φωτογραφίες μου χρησιμοποιώ τον εαυτό μου γιατί είναι ο πολυτιμότερος σύμμαχός μου, ο καθρέφτης μου. Επιλέγω ένα ομοιόμορφα λευκό κάδρο που δεν αποσπά το βλέμμα του θεατή, αντικείμενα καθημερινής χρήσης, προσομοιώνοντας χαρακτήρες που με ακολουθούν σε μια διαδρομή αυτογνωσίας. Ρόλοι που με απασχολούν, που διαφέρουν, που μου κινούσαν πάντα το ενδιαφέρον να τους αναζητήσω, να τους μελετήσω και να συγκριθώ μαζί τους με σκοπό να επουλώσω σ’ ένα ευαίσθητο όν μια παλιά πληγή, να επιτύχω μια εσωτερική κάθαρση.

Υποδύομαι μια άλλη γιατί δεν μπορώ να ξεφύγω από το σώμα μου. Γιατί εγώ νοσώ ενώ οι άλλοι όχι;

Η μεταμόρφωση συνιστά εδώ σύμπτωμα και παράλληλα θεραπεία, την πλήρη απώθηση κάθε έγνοιας, μια αλλοίωση  που θα οδηγήσει στην αναγνώριση του βαθύτερου αιτίου της τωρινής συνθήκης.

Η φωτογραφία έτσι προτείνεται ως θεραπεία. Ίσως γι’ αυτό ξεκίνησα όταν αρρώστησα.

Για μένα συνιστά μια πραγματικότητα μέσα στην οποία δεν οφείλω να λογοδοτήσω σε κανέναν. Ως BAD GIRL επιχειρώ την απελευθέρωση από τον αυτοεπιβαλλόμενο «καθωσπρεπισμό». Είμαι Εγώ.


 

Κωστής Αργυριάδης, “The Moscow Derivative”

 

Φωτογράφισα τη Μόσχα το 2015 και, όταν εξέταζα τις φωτογραφίες στην οθόνη μου, λίγα χρόνια αργότερα, τις ξανατράβηξα.
Αυτή η αλλαγή προοπτικής/άποψης μου έδωσε το απαραίτητο περιθώριο χώρου και χρόνου ώστε να απομακρυνθώ από το θέμα, ενώ ταυτόχρονα επέστρεφα στον ίδιο τόπο.
Το παράγωγο έργο μετρά την ευαισθησία στην αλλαγή του έργου που προκύπτει (προκύπτον έργο) σε σχέση με τη μεταβολή στο έργο-πηγή (αρχικό έργο).


 

Βασίλης Νεμπεγλεριώτης, “Λιβάδι από ασφοδίλι”

 

Το Δημοτικό Γηροκομείο είναι ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα που βρίσκεται στην Λάρισα, πόλη της κεντρικής Ελλάδος. Ξεκίνησε την λειτουργία του το 1967, μετά την συγχώνευση των περιουσιών του Δημητρίου Χατζηζωγίδη, Αθανασίου Χαλκιόπουλου και της Αγγελικής Λάππα. Ένας πνεύμονας πρασίνου που τροφοδοτεί με ζωή τους τρόφιμους και τους κάτοικους της πόλης.
Όταν συνειδητοποίησα την σχέση που είχα με τον παππού μου, που λειτουργούσε ως μοχλός σταθερότητας και ηρεμίας στην προσωπικότητα μου, ήταν ήδη αργά. Αξιώματα και αρχές, όπως την αγάπη απέναντι στον άνθρωπο, την υπομονή και την εργατικότητα σε οτιδήποτε και αν κάνω, τα οφείλω σε αυτόν. Η ανάγκη να τον ξαναδώ, με οδήγησε στον οίκο ευγηρίας, ξεγελασμένος ότι θα τον βρω εκεί. Ακόμα, αναζητώντας μια διέξοδο από την ρουτίνα της καθημερινότητας, άρχισα τις επισκέψεις στο ίδρυμα. Εκεί δημιουργήθηκαν σχέσεις, που τολμάω να τις παρομοιάσω με ΄παιδικές’ φιλίες.
Με βάρκα την φωτογραφική μου μηχανή και πυξίδα το ποίημα ‘Λήθη’ του ποιητή Λορέντζου Μαβίλη, στο οποίο αναφέρεται το λιβάδι από ασφοδίλι, ως ο κήπος που ξεκουράζονται οι ψυχές των ηρώων, περιηγήθηκα για δύο χρόνια στους διαδρόμους του Δημοτικού Γηροκομείου, παίρνοντας ανάσες οξυγόνου και δόσεις αγάπης.
Ταξιδεύοντας ως άλλος εγγονός των τροφίμων, γεύτηκα την μαγεία της τρίτης ηλικίας και το χρώμα στον ουρανό των ανθρώπινων σχέσεων.


 

Πηνελόπη Θωμαΐδη, “A Zone to Defend”

 

Το ακρονύµιο ZAD στα γαλλικά δηλώνει µια ακτιβιστική κατάληψη που σκοπό έχει να αποτρέψει κάποιο µεγάλο αναπτυξιακό σχέδιο. Αυτό που αρχικά στη Γαλλία ονοµαζόταν Zone d’aménagement différé (περιοχή για µελλοντική ανάπτυξη), µετονοµάστηκε από τους ακτιβιστές σε Zone à défendre (περιοχή προς υπεράσπιση). Η ZAD της Notre Dame des Landes στη Δυτική Γαλλία ήταν το πρώτο µέρος που ονοµάστηκε έτσι. Από το 2008, µετά από κάλεσµα ντόπιων κτηνοτρόφων και κατοίκων που από το ’60 αντιστέκονταν στη δηµιουργία ενός αεροδροµίου στην περιοχή τους, στη NDDL δηµιουργήθηκε µια σύγχρονη ουτοπία. Τον Ιανουάριο του 2018 περίπου 300 άτοµα είχαν οργανώσει τη ζωή τους συλλογικά και οριζόντια, πέρα από τη λογική του κράτους και των αγορών. Στις 17/01/2018 ο γάλλος πρωθυπουργός δικαιώνοντας τον περιβαλλοντικό αγώνα ανακοίνωσε επίσηµα την ακύρωση της κατασκευής του αεροδροµίου. Επίσης, όµως, ανακοίνωσε ότι η κοινότητα έπρεπε να εγκαταλείψει την περιοχή µέχρι την άνοιξη του ίδιου έτους. Είχα ελάχιστο χρόνο για να δω από κοντά τη ζωή της κοινότητας πριν ξεκινήσουν οι επιχειρήσεις έξωσης των ακτιβιστών. Περιλαµβάνοντας 2500 µέλη ειδικής οµάδας του στρατού, θωρακισµένα οχήµατα, drones και ελικόπτερα, το πρώτο µέρος των επιχειρήσεων σύµφωνα µε τις γαλλικές εφηµερίδες κόστισε περίπου 5.000.000€. Σήµερα οι διαπραγµατεύσεις µεταξύ κοινότητας και κράτους συνεχίζονται.


 

Νίκος Πρίπορας, “Souvenirs”

 

Οι φωτογραφίες αυτές, με τον τίτλο «Σουβενίρς», περιγράφουν μια ελληνική πραγματικότητα, άκρως συντηρητική, που θεωρεί ότι η προσκόλληση στην κακότεχνη αναπαραγωγή αρχαιοπρεπών συμβόλων και η υιοθέτηση ψευδεπίγραφων μιμήσεων εικόνων του δυτικού πολιτισμού της προσδίδει την αυτάρκεια και το κύρος, που φαίνεται ότι αναζητά. Παρελαύνουν μέσα σ΄ αυτές κατασκευές που μιμούνται αρχαία μνημεία και αγάλματα, αναπαραστάσεις διάσημων τοπιόσημων, εκκλησίες που μοιάζουν μινιατούρες στην μέση του πουθενά (ποιους πιστούς προσκαλούν άραγε;), καθώς και σύμβολα που, με αφορμή τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στο θέμα της ονομασίας της Βόρειας Μακεδονίας, έγιναν αντικείμενα φιλονικίας. Στις εικόνες αυτές, που περικλείονται σε τετράγωνο κάδρο, παρά την αυστηρότητά του, θα μπορούσε να αναγνωσθεί η παιγνιώδης, σχεδόν ειρωνική, διάθεση του φωτογράφου. Η επίκληση του παρελθόντος, το λοξό δυτικότροπο βλέμμα και η επίφαση του θρησκευτικού στοιχείου αποτελούν το τρίπτυχο, που διατρέχει ένα μεγάλο μέρος της αποπροσανατολισμένης ελληνικής κοινωνίας. Η υπερβολή της χρήσης τους δηλώνει ασφαλώς πεποιθήσεις και αυθαίρετες, αντικρουόμενες πολλές φορές, υιοθετημένες ταυτότητες. Όλα χωράνε και τίποτε δεν ταιριάζει. Η σειρά αυτή είναι στα όρια της πολιτικής φωτογραφίας, καθώς καταγράφει και σταχυολογεί αυτό που προσδοκά να είναι, μέσα από την χρήση συμβόλων, η δημόσια εικόνα του «σύγχρονου» Έλληνα και το πώς ο ίδιος συνυπάρχει με τον δημόσιο χώρο. Είναι η εικόνα που ο ίδιος κατασκευάζει, με την χρήση παλιακών και ετερόφωτων στερεότυπων, που εκτιμά ότι ανακλούν την αίγλη ενός συντελεσμένου πολιτισμού, ως ανεπάρκεια για την δημιουργία ενός νέου.

 

Αλέκα Τσιρώνη

ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΙ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ